καντάρι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καντάρι καντάρια
γενική κανταριού κανταριών
αιτιατική καντάρι καντάρια
κλητική καντάρι καντάρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καντάρι < (αντιδάνειο) τουρκική kantar < αραβική قنطار qinṭār (: βάρος εκατό μονάδων) < μεταγενέστερη ελληνική κεντηνάριον (: μονάδα βάρους, ίση με 100 λίτρες χρυσού) < λατινική centēnārius < centum (: εκατό)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kan.ˈda.ɾi/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καντάρι ουδέτερο

  1. μονάδα βάρους, ίση με 44 οκάδες (56,408 κιλά)
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: στατήρας
  2. είδος ζυγαριάς που αποτελείται από ένα μεταλλικό δίσκο και μεταλλικό βραχίονα με ενδείξεις, στον οποίο υπάρχει κινούμενο αντίβαρο
  3. μεγάλη ποσότητα από κάτι

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • ρίχνει καντάρια : βρέχει πάρα πολύ
  • εσύ που ξέρεις τα πολλά κι ο νους σου κατεβάζει, ένα καντάρι λάχανα πόσους ντολμάδες βγάζει: ειρωνική έκφραση (αφού, φυσικά, δεν είναι δυνατόν να υπολογιστεί ο αριθμός των ντολμάδων με βάση το βάρος του λάχανου)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]