καντίνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καντίνα οι καντίνες
      γενική της καντίνας των καντινών
    αιτιατική την καντίνα τις καντίνες
     κλητική καντίνα καντίνες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καντίνα < ιταλική cantina

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καντίνα θηλυκό

  1. μικρό πρατήριο με τρόφιμα, πχ ένα κυλικείο κτηρίου, σχολείου κλπ
  2. αυτοκίνητο, ειδικά διαρρυθμισμένο, που σταθμεύει σε εθνικές οδούς και πουλάει τρόφιμα και αναψυκτικά
  3. μικρό κατάστημα με είδη καθημερινής χρήσης

Μεταφράσεις[επεξεργασία]