κανταδόρικος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κανταδόρικοα κανταδόρικοες
γενική κανταδόρικοας
αιτιατική κανταδόρικοα κανταδόρικοες
κλητική κανταδόρικοα κανταδόρικοες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κανταδόρικος < κανταδόρος + -ικος < βενετικά cantada < λατινικά canto, θαμιστικό τού cano < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *keh₂n- (τραγουδώ)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kan.da.'ðo.ri.kos/ και /kan.ta.'ðo.ri.kos/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κανταδόρικος θηλυκό

  • (μουσική) που έχει σχέση με τον κανταδόρο ή την καντάδα ή αναφέρεται σ' αυτά
    Η πρώτη κρούση των Χειμερινών Κολυμβητών στη δισκογραφία έγινε τα τέλη του 1974, αλλά η πόρτα έμεινε κλειστή. Πολύ κανταδόρικος ο ήχος, τους είπαν. Εντελώς εκτός κλίματος εποχής (που ήθελε μεγάλες συναυλίες και επαναστατικά άσματα). (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]