καουμπόης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καουμπόης καουμπόηδες
γενική καουμπόη καουμπόηδων
αιτιατική καουμπόη καουμπόηδες
κλητική καουμπόη καουμπόηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καουμπόης < (αγγλικά) cowboy < cow (αγελάδα) + boy

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καουμπόης αρσενικό

  1. Αγελαδοτρόφος (στις ΗΠΑ)
  2. Γενική ονομασία των ανθρώπων της Άγριας Δύσης


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]