καουτσούκ

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καουτσούκ < γαλλική caoutchouc < κέτσουα kawchu

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καουτσούκ ουδέτερο άκλιτο

  1. ελαστικό υλικό που παράγεται από τον χυμό (λατέξ) του καουτσουκόδεντρου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]