καούρα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καούρα καούρες
γενική καούρας
αιτιατική καούρα καούρες
κλητική καούρα καούρες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καούρα < καίω + -ούρα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καούρα θηλυκό

  1. (ιατρική) η αίσθηση ότι κάτι μας καίει μέσα μας, που προκαλείται από διάφορα οργανικά αίτια
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: καΐλα, καύσος, κάψιμο
  2. κνησμός, φαγούρα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: καίω

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]