καπάρο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καπάρο καπάρα
γενική καπάρου καπάρων
αιτιατική καπάρο καπάρα
κλητική καπάρο καπάρα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καπάρο < ιταλική caparra (λέξη που θεωρήθηκε ως πληθυντικός) < capo e arra < λατινική caput + λατινικά arra/arrha (<arrhabo < αρχαία ελληνική ἀρραβών (αντιδάνειο) < εβραϊκή, ערבון)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καπάρο ουδέτερο

  1. είδος προκαταβολής που δίνεται για αγορά, ώστε ο πωλητής να μην πουλήσει το αντικείμενο της συναλλαγής σε άλλον μέχρι να γίνει η οριστική πώληση
  2. (παρωχημένο) αρραβώνας

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]