καπάρωμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καπάρωμα καπαρώματα
γενική καπαρώματος καπαρωμάτων
αιτιατική καπάρωμα καπαρώματα
κλητική καπάρωμα καπαρώματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καπάρωμα < → λείπει η ετυμολογία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καπάρωμα ουδέτερο

  1. η απόδοση κάποιου χρηματικού ποσού σαν προκαταβολή και ταυτόχρονα σαν εγγύηση ότι ο αγοραστής θα προχωρήσει στην αγορά κάποιου αντικειμένου


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]