καπέτις
Εμφάνιση
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ὁ | καπέτις | οἱ | καπέτιες |
| γενική | τοῦ | καπέτιος | τῶν | καπετίων |
| δοτική | τῷ | καπέτιῐ | τοῖς | καπέτιῐ(ν) |
| αιτιατική | τὸν | καπέτιν | τοὺς | καπέτιᾰς |
| κλητική ὦ! | καπέτι & καπέτις |
καπέτιες | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | καπέτιε | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | καπετίοιν | ||
| 3η κλίση, Κατηγορία 'λάτρις' όπως «λάτρις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καπέτις < (άμεσο δάνειο) περσική *kapiča-, απ'όπου και καπίθη.
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]καπέτις, -ιος θηλυκό
- μονάδα μέτρησης των Περσών, ίση με 1/48 της ἀρτάβης
Πηγές
[επεξεργασία]- καπέτις - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά με κλίση 'λάτρις' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'λάτρις' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 3ης κλίσης αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'λάτρις' αρσενικά (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Δάνεια από τα περσικά (αρχαία ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα περσικά (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Μονάδες μέτρησης (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)