Μετάβαση στο περιεχόμενο

καπέτις

Από Βικιλεξικό

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ὁ καπέτις οἱ καπέτιες
      γενική τοῦ καπέτιος τῶν καπετίων
      δοτική τῷ καπέτιῐ τοῖς καπέτιῐ(ν)
    αιτιατική τὸν καπέτιν τοὺς καπέτιᾰς
     κλητική ὦ! καπέτι
& καπέτις
καπέτιες
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  καπέτιε
γεν-δοτ τοῖν  καπετίοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'λάτρις' όπως «λάτρις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καπέτις < (άμεσο δάνειο) περσική *kapiča-, απ'όπου και καπίθη.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καπέτις, -ιος θηλυκό