καπακώνω

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καπακώνω < καπάκι + -ώνω < τουρκική kapak < παλαιοτουρκικά kapak / kapgak < πρωτοτουρκική *Kap- ‎(κάλυμμα)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.pa.'ko.no/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καπακώνω (παθητική φωνή: καπακώνομαι)

  1. καλύπτω με καπάκι ή με κάτι που μοιάζει μ’ αυτό
  2. (μεταφορικά) συγκαλύπτω, εξαπατώ

Αντώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]