καπηλεῖον

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική καπηλεῖον καπηλείω καπηλεῖα
Γενική καπηλείου καπηλείοιν καπηλείων
Δοτική καπηλεί καπηλείοιν καπηλείοις
Αιτιατική καπηλεῖον καπηλείω καπηλεῖα
Κλητική καπηλεῖον καπηλείω καπηλεῖα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καπηλεῖον < καπηλεύω < κάπηλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καπηλεῖον ουδέτερο

  1. εργαστήριο / κατάστημα / μαγαζί του κάπηλου
  2. ταβέρνα, οινοπωλείο, καπηλειό