Μετάβαση στο περιεχόμενο

καπιτζοχαδάρης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο καπιτζοχαδάρης οι καπιτζοχαδάρηδες
      γενική του καπιτζοχαδάρη των καπιτζοχαδάρηδων
    αιτιατική τον καπιτζοχαδάρη τους καπιτζοχαδάρηδες
     κλητική καπιτζοχαδάρη καπιτζοχαδάρηδες
Κατηγορία όπως «μανάβης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καπιτζοχαδάρης <  δείτε τη λέξη καπουτζοχαντάρης

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.pi.d͡zo.xaˈða.ɾis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: καπιτζοχαδάρης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καπιτζοχαδάρης αρσενικό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]