καπλαμάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καπλαμάς καπλαμάδες
γενική καπλαμά καπλαμάδων
αιτιατική καπλαμά καπλαμάδες
κλητική καπλαμά καπλαμάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καπλαμάς < τουρκική kaplama

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καπλαμάς αρσενικό

  1. λεπτό φύλλο ξύλου (και ξυλόφυλλο) που χρησιμοποιείται για να καλύψει μία επιφάνεια συνήθως ξύλινη
  2. (κατ’ επέκταση) το υλικό που προκύπτει από την επικάλυψη και το οποίο θεωρείται ξύλο κατώτερης ποιότητας

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]