καπλαντίζω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καπλαντίζω < τουρκική kapladı < kaplamak

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καπλαντίζω (παθητική φωνή: καπλαντίζομαι)

  1. επενδύω, επικαλύπτω κάποιο υλικό ή αντικείμενο με καπλαμά
  2. (ειδικότερα) καλύπτω μόνιμα ένα πάπλωμα με σεντόνι ή άλλο αντικείμενο από μαλακό ύφασμα

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]