Μετάβαση στο περιεχόμενο

καπνίζω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καπνίζω < αρχαία ελληνική καπνός

Σημειώσεις

[επεξεργασία]
Η αρχική σημασία ήταν προκαλώ καπνό. Η σημερινή σημασία "εισπνέω καπνό" προήλθε από την απόδοση ξένων όρων, π.χ. (αγγλικά) smoke, (γαλλικά) fumer.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kaˈpni.zo/
φλεγόμενο δάσος που καπνίζει
τσιγάρο που καίγεται και καπνίζει

καπνίζω

  1. (για καύσιμη ύλη που καίγεται ή για το χώρο όπου καίγεται) βγάζω, αναδίδω καπνό
    παράδειγμα  καπνίζουν τα ξύλα / οι καμινάδες
  2. κρεμώ κρέας, ψάρι, τυρί ή άλλες τροφές πάνω από τον καπνό ξύλων που καίγονται με σκοπό τη συντήρησή τους
  3. (συνήθως στην παθητική φωνή) κάνω κάτι να μαυρίσει, να μουντζουρωθεί από την καπνιά
    παράδειγμα  μπορείτε να κοιτάξετε την έκλειψη του ήλιου καπνίζοντας ένα γυαλί
  4. με το στόμα μου εισπνέω κατά διαστήματα τον καπνό που παράγεται από ένα αναμμένο τσιγάρο, πούρο ή πίπα και τον εκπνέω από το στόμα ή από τη μύτη
      Ο νεοέλληνας, ως καλοπερασάκιας - βολεψιματίας, παμπόνηρος και βάρβαρος, δεν θέλει να ξεβολευφτεί, ούτε για να καπνίσει έξω από κλειστούς χώρους, ούτε για να μην παρκάρει στις θέσεις για Α.Μ.Ε.Α., χωρίς να τον νοιάζει εάν ενοχλεί, βλάπτει, ή δυσκολεύει τους συνανθρώπους του. (Συνεχίζεται το κάπνισμα (στο νοσοκομείο της Ρόδου), 10/3/20211, Protagon.gr )

Εκφράσεις

[επεξεργασία]
  • καπνίζει αρειμανίως / σα φουγάρο: καπνίζει πάρα πολύ
  • μου κάπνισε: μου ήρθε κι έκανα μια ξαφνική, απερίσκεπτη ενέργεια

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καπνίζω < καπνός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καπνίζω