καπνίζω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καπνίζω < αρχαία ελληνική καπνός
Σημειώσεις
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]
καπνίζω
- (για καύσιμη ύλη που καίγεται ή για το χώρο όπου καίγεται) βγάζω, αναδίδω καπνό
καπνίζουν τα ξύλα / οι καμινάδες
- κρεμώ κρέας, ψάρι, τυρί ή άλλες τροφές πάνω από τον καπνό ξύλων που καίγονται με σκοπό τη συντήρησή τους
- (συνήθως στην παθητική φωνή) κάνω κάτι να μαυρίσει, να μουντζουρωθεί από την καπνιά
μπορείτε να κοιτάξετε την έκλειψη του ήλιου καπνίζοντας ένα γυαλί
- με το στόμα μου εισπνέω κατά διαστήματα τον καπνό που παράγεται από ένα αναμμένο τσιγάρο, πούρο ή πίπα και τον εκπνέω από το στόμα ή από τη μύτη
- ※ Ο νεοέλληνας, ως καλοπερασάκιας - βολεψιματίας, παμπόνηρος και βάρβαρος, δεν θέλει να ξεβολευφτεί, ούτε για να καπνίσει έξω από κλειστούς χώρους, ούτε για να μην παρκάρει στις θέσεις για Α.Μ.Ε.Α., χωρίς να τον νοιάζει εάν ενοχλεί, βλάπτει, ή δυσκολεύει τους συνανθρώπους του. (Συνεχίζεται το κάπνισμα (στο νοσοκομείο της Ρόδου), 10/3/20211, Protagon.gr )
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- καπνίζει αρειμανίως / σα φουγάρο: καπνίζει πάρα πολύ
- μου κάπνισε: μου ήρθε κι έκανα μια ξαφνική, απερίσκεπτη ενέργεια
Συγγενικά
[επεξεργασία]Κλίση
[επεξεργασία] Ενεργητική φωνή
| Εξακολουθητικοί χρόνοι | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| πρόσωπα | Ενεστώτας | Παρατατικός | Εξ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Μετοχή |
| α' ενικ. | καπνίζω | κάπνιζα | θα καπνίζω | να καπνίζω | καπνίζοντας | |
| β' ενικ. | καπνίζεις | κάπνιζες | θα καπνίζεις | να καπνίζεις | κάπνιζε | |
| γ' ενικ. | καπνίζει | κάπνιζε | θα καπνίζει | να καπνίζει | ||
| α' πληθ. | καπνίζουμε | καπνίζαμε | θα καπνίζουμε | να καπνίζουμε | ||
| β' πληθ. | καπνίζετε | καπνίζατε | θα καπνίζετε | να καπνίζετε | καπνίζετε | |
| γ' πληθ. | καπνίζουν(ε) | κάπνιζαν καπνίζαν(ε) |
θα καπνίζουν(ε) | να καπνίζουν(ε) | ||
| Συνοπτικοί χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Αόριστος | Συνοπτ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | Απαρέμφατο | |
| α' ενικ. | κάπνισα | θα καπνίσω | να καπνίσω | καπνίσει | ||
| β' ενικ. | κάπνισες | θα καπνίσεις | να καπνίσεις | κάπνισε | ||
| γ' ενικ. | κάπνισε | θα καπνίσει | να καπνίσει | |||
| α' πληθ. | καπνίσαμε | θα καπνίσουμε | να καπνίσουμε | |||
| β' πληθ. | καπνίσατε | θα καπνίσετε | να καπνίσετε | καπνίστε | ||
| γ' πληθ. | κάπνισαν καπνίσαν(ε) |
θα καπνίσουν(ε) | να καπνίσουν(ε) | |||
| Συντελεσμένοι χρόνοι | ||||||
| πρόσωπα | Παρακείμενος | Υπερσυντέλικος | Συντελ. Μέλλ. | Υποτακτική | Προστακτική | |
| α' ενικ. | έχω καπνίσει | είχα καπνίσει | θα έχω καπνίσει | να έχω καπνίσει | ||
| β' ενικ. | έχεις καπνίσει | είχες καπνίσει | θα έχεις καπνίσει | να έχεις καπνίσει | ||
| γ' ενικ. | έχει καπνίσει | είχε καπνίσει | θα έχει καπνίσει | να έχει καπνίσει | ||
| α' πληθ. | έχουμε καπνίσει | είχαμε καπνίσει | θα έχουμε καπνίσει | να έχουμε καπνίσει | ||
| β' πληθ. | έχετε καπνίσει | είχατε καπνίσει | θα έχετε καπνίσει | να έχετε καπνίσει | ||
| γ' πληθ. | έχουν καπνίσει | είχαν καπνίσει | θα έχουν καπνίσει | να έχουν καπνίσει |
| |
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] προκαλώ καπνό
κάνω χρήση τσιγάρου
Μεταφράσεις προς κατάταξη κατά έννοια
καπνίζω
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καπνίζω < καπνός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]καπνίζω
Πηγές
[επεξεργασία]- καπνίζω - Επιτομή του Λεξικού Λίντελ-Σκοτ, Λεξικό της Αρχαίας Ελληνικής Γλώσσας (Επιτομή του Μεγάλου Λεξικού, εκδ. Πελεκάνος, 2007), Ψηφίδες στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, 2012
- καπνίζω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.