καπνιστός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός
ονομαστική καπνιστός καπνιστή καπνιστό
γενική καπνιστού καπνιστής καπνιστού
αιτιατική καπνιστό καπνιστή καπνιστό
κλητική καπνιστέ καπνιστή καπνιστό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καπνιστοί καπνιστές καπνιστά
γενική καπνιστών καπνιστών καπνιστών
αιτιατική καπνιστούς καπνιστές καπνιστά
κλητική καπνιστοί καπνιστές καπνιστά

.

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καπνιστός < καπνίζω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καπνιστός,ή,ό

  • που τον έχουν καπνίσει, που έχει υπσοτεί επεξεργασία ή έχει τρόπον τινά μαγειρευτεί με κάπνισμα, συνήθως για τρόφιμο
καπνιστός σολομός, καπνιστό χοιρινό, καπνιστές ρέγγες

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]