καπνοδόχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καπνοδόχος καπνοδόχοι
γενική καπνοδόχου καπνοδόχων
αιτιατική καπνοδόχο καπνοδόχους
κλητική καπνοδόχε καπνοδόχοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καπνοδόχος (αρσενικό) < ελληνιστική κοινή καπνοδόχος
καπνοδόχος (θηλυκό) < ελληνιστική κοινή καπνοδόχη < αρχαία ελληνική καπνοδόκη < καπνός + δέχομαι

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.pno.'ðo.xos/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καπνοδόχος αρσενικό ή θηλυκό

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ καπνοδόχος τὸ καπνοδόχον οἱ, αἱ καπνοδόχοι τὰ καπνοδόχα
Γενική τοῦ, τῆς καπνοδόχου τοῦ καπνοδόχου τῶν καπνοδόχων τῶν καπνοδόχων
Δοτική τῷ, τῇ καπνοδόχῳ τῷ καπνοδόχῳ τοῖς, ταῖς καπνοδόχοις τοῖς καπνοδόχοις
Αιτιατική τὸν, τὴν καπνοδόχον τὸ καπνοδόχον τοὺς, τὰς καπνοδόχους τὰ καπνοδόχα
Κλητική καπνοδόχε καπνοδόχον καπνοδόχοι καπνοδόχα
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική καπνοδόχω
Γενική-Δοτική καπνοδόχοιν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καπνοδόχος < αρχαία ελληνική καπνός + δέχομαι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καπνοδόχος, -ος, -ον