καπνοπωλείο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καπνοπωλείο καπνοπωλεία
γενική καπνοπωλείου καπνοπωλείων
αιτιατική καπνοπωλείο καπνοπωλεία
κλητική καπνοπωλείο καπνοπωλεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καπνοπωλείο < καπνοπώλης + -είο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καπνοπωλείο ουδέτερο

  1. κατάστημα εξειδικευμένο στην πώληση προϊόντων καπνού και ειδών χρήσιμων στους καπνιστές


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]