καραγκιόζης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Δείτε επίσης: Καραγκιόζης

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καραγκιόζης < Καραγκιόζης < τουρκική Karagöz< καρα- / kara (μαύρος) + göz (μάτι)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καραγκιόζης αρσενικό

  • (μεταφορικά) ο κουτοπόνηρος άνθρωπος ο οποίος τα ξέρει όλα χωρίς να ξέρει τίποτα, (ξερόλας)
  • αυτός που κάνει διαρκώς άκομψες και προσβλητικές πράξεις ή δηλώσεις
  • αυτός που συμπεριφέρεται με υστεροβουλία η οποία πηγάζει από τη χαμηλού επιπέδου νοημοσύνη του
  • (προσβλητικό) γελοίος, αναξιοπρεπής
Τι θέλει αυτός ο καραγκιόζης;

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]