καραμούζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καραμούζα καραμούζες
γενική καραμούζας καραμουζών
αιτιατική καραμούζα καραμούζες
κλητική καραμούζα καραμούζες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καραμούζα < ιταλική cornamusa[1] < γαλλικά cornemuse < corner (< παλαιά γαλλικά ‎corne < λατινικά cornu: κέρατο) + muser (< muse < λατινικά Musa < αρχαία ελληνική Μοῦσα (αντιδάνειο))

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ra.'mu.za/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καραμούζα θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. 1,0 1,1 1,2 καραμούζα στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη. Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας. 
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2002). Λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας (Β΄ έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 
  3. Από την οικογένεια της γκάιντας. Βλ. caramusa στην Αγγλόφωνη Wikipedia.