καραντουζένι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καραντουζένι < καρα- + ντουζένι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καραντουζένι

  1. (κυριολεκτικά) μαύρο ντουζένι
  2. είδος κουρδίσματος μπουζουκιού, ειδικότερα του τρίχορδου σε Ρε - Σολ - Λα
  3. πενιές λαϊκών χορών κυρίως για καρσιλαμά και τσιφτετέλι.
    καίγεται ο μαχαλάς από το καραντουζένι, / από τον καρσιλαμά και τη φούστα σου, Ελένη (λαϊκό τραγούδι του Μ. Μενιδιάτη - ΕΜΙ 1984)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]