καρδιακός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καρδιακός καρδιακή καρδιακό
γενική καρδιακού καρδιακής καρδιακού
αιτιατική καρδιακό καρδιακή καρδιακό
κλητική καρδιακέ καρδιακή καρδιακό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καρδιακοί καρδιακές καρδιακά
γενική καρδιακών καρδιακών καρδιακών
αιτιατική καρδιακούς καρδιακές καρδιακά
κλητική καρδιακοί καρδιακές καρδιακά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρδιακός < καρδιά

Nuvola apps edu languages.png Προφορά 1[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kaɾ.ði.a.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο 1[επεξεργασία]

καρδιακός

  • που αναφέρεται στην καρδιά, το όργανο του σώματος
καρδιακός μυς, καρδιακό νόσημα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά 2[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kaɾ.ðʝa.ˈkɔs/

Open book 01.svg Επίθετο 2[επεξεργασία]

καρδιακός

καρδιακός φίλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καρδιακός αρσενικό

  • κάποιος που αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας με την καρδιά του