Μετάβαση στο περιεχόμενο

καρδιοπροστασία

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καρδιοπροστασία οι καρδιοπροστασίες
      γενική της καρδιοπροστασίας των καρδιοπροστασιών
    αιτιατική την καρδιοπροστασία τις καρδιοπροστασίες
     κλητική καρδιοπροστασία καρδιοπροστασίες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καρδιοπροστασία (νεολογισμός) < καρδιο- + προστασία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καρδιοπροστασία θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]