καριμπού

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καριμπού < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καριμπού ουδέτερο άκλιτο

  1. (ζωολογία) άλλη ονομασία του ταράνδου.

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]