Μετάβαση στο περιεχόμενο

καρκατζᾶς

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Καρκατζάς

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καρκατζᾶς < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καρκατζᾶς αρσενικό

  1. (πτηνό) φραγκόκοτα
     συνώνυμα: καρκαρίνος
  2. (μεταφορικά) (με αρνητική σημασία, για άνθρωπο) «ξερό» κεφάλι κάποιου, μυαλό
      12ος αιώνας Πτωχοπρόδρομος, ανωνύμου, (τέσσερα επαιτικά ποιήματα), Ποίημα Α', στίχ. 35 (35-39) @anemi.lib.uoc.gr
    Εἰ δὲ πολλάκις δόξει την καὶ φθάσει ὁ καρκατζᾶς της,
    καὶ ὁρίσει τὰ ψυχάρια της καὶ τὴν πρωτοβαβᾶν της,
    καὶ πιάσουν καὶ ταυρίσουν με καὶ σύρουν με εἰς τὴν μέσην,
    καὶ δώσουν μὲ τὰ τρίκωλα καὶ τὰ χαρακτικά μου,
    τίς ἔλθῃ καὶ ἐκδικήσῃ με καὶ ἐκβάλῃ με ἀπʼ ἐκείνης;
    D. C. Hesseling & Hubert Pernot (επιμ.), Poèmes prodromiques en grec vulgaire [Verhandelingender Koninklijke Akademie van Wetenschappen te Amsterdam, Afdeeling Letterkunde, Nieuwe Reeks, Deel XI, No 1], Johanes Müller, Amsterdam 1910.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]