καρμανιόλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καρμανιόλα καρμανιόλες
γενική καρμανιόλας
αιτιατική καρμανιόλα καρμανιόλες
κλητική καρμανιόλα καρμανιόλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

καρμανιόλα < ιταλική carmagnola

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /kaɾ.ma.ˈɲɔ.la/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

καρμανιόλα θηλυκό

  • η λαιμητόμος
  • (μεταφορικά) το επικίνδυνο σημείο για τη ζωή του ατόμου ή των ατόμων, συνήθως για οδηγούς
    η διασταύρωση της εθνικής οδού Αθηνών-Λαμίας είναι καρμανιόλα, καθώς γίνονται εκεί πολύ συχνά τροχαία δυστυχήματα

32πχ Μεταφράσεις[]