καρμικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική καρμικός καρμική καρμικό
γενική καρμικού καρμικής καρμικού
αιτιατική καρμικό καρμική καρμικό
κλητική καρμικέ καρμική καρμικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική καρμικοί καρμικές καρμικά
γενική καρμικών καρμικών καρμικών
αιτιατική καρμικούς καρμικές καρμικά
κλητική καρμικοί καρμικές καρμικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρμικός < κάρμα + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

καρμικός, -ή, -ό

  1. αυτός που σχετίζεται με το κάρμα

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]