καροτέλαιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καροτέλαιο καροτέλαια
γενική καροτελαίου
& καροτέλαιου
καροτελαίων
& καροτέλαιων
αιτιατική καροτέλαιο καροτέλαια
κλητική καροτέλαιο καροτέλαια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καροτέλαιο < καρότο + έλαιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καροτέλαιο ουδέτερο, πληθυντικός καροτέλαια

  1. λάδι που παράγεται από καρότα

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]