καρπώνομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρπώνομαι < → λείπει η ετυμολογία

Ρήμα[επεξεργασία]

καρπώνομαι

  • αποκομίζω τους «καρπούς», κερδίζω το θετικό αποτέλεσμα που παρήγαγε μια ενέργεια

Κλίση[επεξεργασία]

Δείτε επίσης το ρήμα καρπούμαι

Μεταφράσεις[επεξεργασία]