καρυδότσουφλο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καρυδότσουφλο καρυδότσουφλα
γενική καρυδότσουφλου καρυδότσουφλων
αιτιατική καρυδότσουφλο καρυδότσουφλα
κλητική καρυδότσουφλο καρυδότσουφλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρυδότσουφλο < καρύδι + τσόφλι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καρυδότσουφλο ουδέτερο

  1. ο σκληρός φλοιός του καρυδιού, το τσόφλι του
  2. (μεταφορικά) παλιό καράβι ή μικρή βάρκα· (κατ’ επέκταση) κάθε επισφαλές πλωτό μέσο
    το κύμα τίναζε το καράβι σαν καρυδότσουφλο

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]