καρφίτσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καρφίτσα καρφίτσες
γενική καρφίτσας καρφιτσών
αιτιατική καρφίτσα καρφίτσες
κλητική καρφίτσα καρφίτσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρφίτσα < υποκοριστικό του καρφί

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καρφίτσα θηλυκό

  1. λεπτό αντικείμενο με πλατύ κεφάλι που μοιάζει με μικρό καρφί και χρησιμοποιείται συνήθως στη ραφτική
  2. καρφίτσα που έχει διάφορα είδη κεφαλιού και χρησιμοποιείται παρόμοια με τις πινέζες
  3. κόσμημα που έχει στο πίσω μέρος καρφίτσα ή μηχανισμό παρόμοιο με της παραμάνας για να στερεώνεται στο ρουχισμό
  4. (βιβλιοδεσία) είδος ραφής που γίνεται με μεταλλικό υλικό
  5. (κατ’ επέκταση) (βιβλιοδεσία) το μηχάνημα με το οποίο γίνεται ραφή "καρφίτσα", η καρφιτσωτική μηχανή

Nuvola apps noatun.png Εκφράσεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]