καρφίτσα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : Καρφίτσα

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καρφίτσα καρφίτσες
γενική καρφίτσας καρφιτσών
αιτιατική καρφίτσα καρφίτσες
κλητική καρφίτσα καρφίτσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρφίτσα < καρφ(ί) + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καρφίτσα θηλυκό

  1. λεπτό αντικείμενο με πλατύ κεφάλι που μοιάζει με μικρό καρφί και χρησιμοποιείται συνήθως στη ραφτική
  2. κόσμημα που έχει στο πίσω μέρος ακίδα ή μηχανισμό παρόμοιο με της παραμάνας για να στερεώνεται στο ρουχισμό
  3. (βιβλιοδεσία) είδος ραφής που γίνεται με μεταλλικό υλικό· (κατ’ επέκταση) το μηχάνημα με το οποίο γίνεται αυτή η ραφή, η καρφιτσωτική μηχανή

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]