Μετάβαση στο περιεχόμενο

καρώ

Από Βικιλεξικό
Δείτε επίσης: Κάρω, Καρώ

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική καρώ
      γενική τῆς καροῦς
      δοτική τῇ καροῖ
    αιτιατική τὴν καρώ
     κλητική ! καροῖ
3η κλίση, ομάδα 'ἠχώ', Κατηγορία 'ἠχώ' όπως «ἠχώ» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
καρώ < προελληνική

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

καρώ θηλυκό (ελληνιστική κοινή)

  • (φυτό) κάρον, το κύμινο (Carum carvi)
      1ος κε αιώνας Διοσκουρίδης Πεδάνιος, Περὶ ὕλης ἰατρικῆςw, 3, 57 @poesialatina.it
    καρώ· σπερμάτιόν ἐστι γνώριμον, οὐρητικόν, εὔστομον, θερμαντικόν, εὐστόμαχον, πεπτικόν, μειγνύμενον ταῖς ἀντιδότοις καὶ ὀξυπόροις χρησίμως, ἀναλογοῦν ἀνήσσῳ. ἡ δὲ ῥίζα ἑφθὴ ἐδώδιμος ὥσπερ σταφυλῖνος.

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]