καρώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καρώνω < αρχαία ελληνική καρόω / καρῶ < κάρα < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *ḱrhesn

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

καρώνω

  1. (λαϊκότροπο) (μεταβατικό) κάνω κάποιον να πέσει σε λήθαργο
  2. (λαϊκότροπο) (αμετάβατο) πέφτω σε λήθαργο

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]