Μετάβαση στο περιεχόμενο

κασάγια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κασάγια < αγγλική kasaya < σανσκριτική काषाय (kāṣāya)
Βουδιστές μοναχοί με κασάγια στο Λάος.

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

κασάγια ουδέτερο άκλιτο

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]