κασάγια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κασάγια < αγγλική kasaya < σανσκριτική काषाय (kāṣāya)

Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κασάγια ουδέτερο άκλιτο
- (ενδυμασία, βουδισμός) ρόμπα (συνήθως σε πορτοκαλί ή καφέ - κόκκινο χρώμα) που φορούν οι Βουδιστές μοναχοί
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
Kasaya (clothing) στην αγγλική Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Κατηγορίες:
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα σανσκριτικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ενδυμασία (νέα ελληνικά)
- Βουδισμός (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)