κασέλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κασέλα οι κασέλες
      γενική της κασέλας των κασελών
    αιτιατική την κασέλα τις κασέλες
     κλητική κασέλα κασέλες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κασέλα < μεσαιωνική ελληνική κασέλα < βενετική cassela < ιταλική cassela, υποκοριστικό του cassa < λατινική capsa < capio < πρωτοϊταλικά *kapjō < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *keh₂p- (πιάνω, αδράχνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κασέλα θηλυκό

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]


Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κασέλα < βενετική cassela < ιταλική cassela, υποκοριστικό του cassa < λατινική capsa < capio < πρωτοϊταλικά *kapjō < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *keh₂p- (πιάνω, αδράχνω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κασέλα θηλυκό