κασιδιάρης

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική κασιδιάρης κασιδιάρα κασιδιάρικο
γενική κασιδιάρη κασιδιάρας κασιδιάρικου
αιτιατική κασιδιάρη κασιδιάρα κασιδιάρικο
κλητική κασιδιάρη κασιδιάρα κασιδιάρικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική κασιδιάρηδες κασιδιάρες κασιδιάρικα
γενική κασιδιάρηδων κασιδιάρικων
αιτιατική κασιδιάρηδες κασιδιάρες κασιδιάρικα
κλητική κασιδιάρηδες κασιδιάρες κασιδιάρικα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κασιδιάρης < κασίδα + -ιάρης < μεσαιωνική ελληνική κασίδα < κασίδιν (κράνος) < κασίδιον, υποκοριστικό του κάσσις < λατινική cassis (κράνος) < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kadh- (φυλάσσω, καλύπτω, προστατεύω)

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

κασιδιάρης, -α, -ικο

  1. που πάσχει από κασίδα, ψωραλέος
  2. (μεταφορικά) ο αρχάριος επαγγελματίας
    Εναλλακτικές μορφές: κασίδης
  3. (μεταφορικά) ο άτεχνος, ο μη επιδέξιος

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κασιδιάρης αρσενικό

  1. (ερπετολογία) είδος σαύρας , το κροκοδειλάκι
  2. (μεταφορικά) ψωροπερήφανος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]