κασκορσεδάκι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κασκορσεδάκι κασκορσεδάκια
γενική
αιτιατική κασκορσεδάκι κασκορσεδάκια
κλητική κασκορσεδάκι κασκορσεδάκια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κασκορσεδάκι < κασκορσές + κατάληξη υποκοριστικού -άκι < γαλλική cache-corset («αυτό που κρύβει, φοριέται πάνω από τον κορσέ»)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κασκορσεδάκι ουδέτερο