κασκόλ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κασκόλ < γαλλική cache-col

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κασκόλ ουδέτερο άκλιτο

  • μακρόστενο κομμάτι από ύφασμα που φοριέται τυλιγμένο γύρω από το λαιμό

Μεταφράσεις[επεξεργασία]