κασμάς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κασμάς κασμάδες
γενική κασμά κασμάδων
αιτιατική κασμά κασμάδες
κλητική κασμά κασμάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κασμάς < τουρκική kazma

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κασμάς αρσενικό

  1. σκαπτικό εργαλείο με ξύλινη λαβή και μεταλλικό εξάρτημα με δύο μυτερά άκρα ή ένα μυτερό και ένα πλατύτερο
  2. (μεταφορικά) (λαϊκότροπο) άνθρωπος μειωμένης εξυπνάδας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: ηλίθιος, βλάκας, χαζός, στουρνάρι

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]