κασσίτερος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

  • Χημικό στοιχείο: Sn
  • Ατομικός αριθμός : 50
  • Προηγούμενο = In
  • Επόμενο = Sb
Δείτε επίσης: Περιοδικός πίνακας των στοιχείων

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κασσίτερος < αρχαία ελληνική κασσίτερος (άγνωστης ετυμολογίας, πιθανόν δάνειο από τα σανσκριτικά)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.ˈsi.tɛ.ɾɔs/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κασσίτερος οι κασσίτεροι
      γενική του κασσιτέρου
& κασσίτερου
των κασσιτέρων
& κασσίτερων
    αιτιατική τον κασσίτερο τους κασσιτέρους
& κασσίτερους
     κλητική κασσίτερε κασσίτεροι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

κασσίτερος αρσενικό

ομόρριζα[επεξεργασία]

αυτό που γιαλίζει και λάμπει σαν κασσίτερος και χρησιμοπιείται για κασσιτέρωση, γάνωμα:

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Σύνθετα[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]