Μετάβαση στο περιεχόμενο

κασσιτερώνω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
κασσιτερώνω < (ελληνιστική κοινή) / κασσιτερῶ

κασσιτερώνω (παθητική φωνή: κασσιτερώνομαι)

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]