καστανιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: Καστανιά, καστάνια

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Castanea sativa 20090723.jpg
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η καστανιά οι καστανιές
      γενική της καστανιάς των καστανιών
    αιτιατική την καστανιά τις καστανιές
     κλητική καστανιά καστανιές
Κατηγορία όπως «καρδιά» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

καστανιά < κάστανο + -ια

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.staˈɲa/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καστανιά θηλυκό

  • (βοτανική) αιωνόβιο φυλλοβόλο δέντρο του γένους Castanea, με οδοντωτά φύλλα, που καλλιεργείται για το ξύλο του και για το καρπό, το κάστανο

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]