καστόρι
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | το | καστόρι | τα | καστόρια |
| γενική | του | καστοριού | των | καστοριών |
| αιτιατική | το | καστόρι | τα | καστόρια |
| κλητική | καστόρι | καστόρια | ||
| Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση. | ||||
| Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||

Ετυμολογία
[επεξεργασία]- καστόρι < (άμεσο δάνειο) ιταλική castoro + -ι. Συγκρίνετε με το γαλλικό (αντιδάνειο) καστόρ < αρχαία ελληνική κάστωρ [1]
- Κατ' άλλη άποψη, [2] (διαχρονικό δάνειο) μεσαιωνική ελληνική καστόριν / -ιον < ελληνιστική κοινή καστόριον
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kaˈsto.ɾi/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐στό‐ρι
Επίθετο
[επεξεργασία]καστόρι άκλιτο
- προϊόν από γούνα κάστορα
Αγόρασα μια τσάντα καστόρι ασορτί με τα παπούτσια.- ※ 1892 Αλεξάνδρα Παππαδοπούλου. Η καλή μοίρα. Εστία, 32, 1892, σελ.81-82 @books.google
- [γλώσσα καθαρεύουσα] Ἦτο κτενισμένη à la Chinoise, εἶχεν ὀσφὺν λεπτοτάτην, ἐσθῆτα σκιεροῦ χρώματος μὲ πασμαντερί· ὑποδηματάκια ἀπὸ λεπτότατον δέρμα· μαύρας μεταξίνας περικνημίδας, χειρόκτια σύμφωνα μὲ τὸ χρῶμα τῆς ἐσθῆτός της, ἕνα πῖλον ἀπὸ μαλλὶ καστόρι μ' ἕνα μεγάλο πτερὸν ἀμαζόνειον καὶ ἕνα ἐπανωφόρι rotonde ἀπό pluche […]
- ≈ συνώνυμα: καστόρινο
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]καστόρι ουδέτερο
- δέρμα από κάστορα ή από άλλο ζώο που του μοιάζει σε υφή
- ※ 19ος/20ός αιώνας ⌘ Γεώργιος Σουρής, 1853‑1919 Ο Φασουλής φιλόσοφος, Μέρος Γ'
- ※ «...Αλλά τα άλλα; Και πού είναι τα κομψά γυναικεία καπέλα;» μου είπε η μαμά. «Για τις γυναίκες έχουμε μόνο πλεκτούς σκούφους και αυτά εδώ από καστόρι» μας εξήγησε ο ευγενικός υπάλληλος του μαγαζιού
- Ελένη Τορόση, Όταν σου έδειξα τον ήχο του κόσμου, εκδ. Πατάκη, 2017
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη κάστορας
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] καστόρι
|
|
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ καστόρι - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ s.v. «κάστορας» - Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'τραγούδι' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Δάνεια από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιταλικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με επίθημα -ι (νέα ελληνικά)
- Αντιδάνεια (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα μεσαιωνικά ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επίθετα άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα 19ου αιώνα (καθαρεύουσα)
- Λήμματα με παραθέματα (καθαρεύουσα)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Σουρή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)