καστόρινος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]καστόρινος
- που έχει κατασκευαστεί από καστόρι / δέρμα κάστορα
- ※ Στην κηδεία της Μαρίκας Κοτοπούλη φόρεσα ένα μαύρο φόρεμα από χοντρό μετάξι, παπούτσια καστόρινα και τσάντα με ασημένια αγκράφα (Μάνος Ελευθερίου, Η γυναίκα που πέθανε δυο φορές, εκδ. Μεταίχμιο, 2006, σελ. 55)
- ※ Έτριψα τα χέρια στο καστόρινο καφέ παντελόνι (Νίκη Τρουλλινού, Και φύσηξε νοτιάς..., εκδ. Το Ροδακιό, 2006, σελ. 129)
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]- → δείτε τη λέξη κάστορας
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] καστόρινος
|
|
Πηγές
[επεξεργασία]- καστόρινος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- καστόρινος - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)