κασόνι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κασόνι τα κασόνια
      γενική του κασονιού των κασονιών
    αιτιατική το κασόνι τα κασόνια
     κλητική κασόνι κασόνια
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κασόνι < ιταλική cassone

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κασόνι ουδέτερο ή κασόνα

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]