κατάβροχος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: κατάβρεχος

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο κατάβροχος η κατάβροχη το κατάβροχο
      γενική του κατάβροχου της κατάβροχης του κατάβροχου
    αιτιατική τον κατάβροχο την κατάβροχη το κατάβροχο
     κλητική κατάβροχε κατάβροχη κατάβροχο
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι κατάβροχοι οι κατάβροχες τα κατάβροχα
      γενική των κατάβροχων των κατάβροχων των κατάβροχων
    αιτιατική τους κατάβροχους τις κατάβροχες τα κατάβροχα
     κλητική κατάβροχοι κατάβροχες κατάβροχα
Κατηγορία όπως «όμορφος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατάβροχος < ελληνιστική κοινή κατάβροχος

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /kaˈta.vɾo.xos/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κα‐τά‐βρο‐χος

Επίθετο[επεξεργασία]

κατάβροχος, -η, -ο

  • (λογοτεχνικό) ο πολύ βρεγμένος
    ※ Ὁ σκοπὸς ἀκίνητος ἐν τῇ πρώρᾳ, θεωρεῖ πάντοτε ἐμπρός, λησμονήσας τώρα καὶ τὸ τραγοῦδί του, συμμαζευόμενος μέσα εἰς τὴν γοῦνάν του, κατάβροχος, κρατούμενος καλῶς μὴ ἀρπαγῇ, κτυπώμενος συνεχῶς ὑπὸ τῶν κυμάτων ὡς νὰ θέλουν νὰ τὸν ρίψουν κάτω ἀπὸ τὴν σκοπιάν του, τὸν φύλακα τὸν ἄγρυπνον, κ’ ἐν ἐφόδῳ εἰσορμήσωσιν εἶτα.
    Αλέξανδρος Μωραϊτίδης, Με τα πανιά, Νέα Εστία, έτος ΚΔ′, τόμος 48ος, τεύχος 559, 15 Οκτωβρίου 1950, σελ. 1349

Άλλες γραφές[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]

  • κατάβροχος - Αναστασιάδη - Συμεωνίδη, Άννα (2003). Αντίστροφο λεξικό της νέας ελληνικής. Ινστιτούτο Νεοελληνικών Σπουδών. Ίδρυμα Μανόλη Τριανταφυλλίδη.  (συντομογραφίες)



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)[επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατάβροχος < ελληνιστική κοινή κατάβροχος

Επίθετο[επεξεργασία]

κατάβροχος, -ος, -ον

Πηγές[επεξεργασία]



Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
→ γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
↓ πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / κατάβροχος τὸ κατάβροχον
      γενική τοῦ/τῆς καταβρόχου τοῦ καταβρόχου
      δοτική τῷ/τῇ καταβρόχ τῷ καταβρόχ
    αιτιατική τὸν/τὴν κατάβροχον τὸ κατάβροχον
     κλητική ! κατάβροχε κατάβροχον
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ κατάβροχοι τὰ κατάβροχ
      γενική τῶν καταβρόχων τῶν καταβρόχων
      δοτική τοῖς/ταῖς καταβρόχοις τοῖς καταβρόχοις
    αιτιατική τοὺς/τὰς καταβρόχους τὰ κατάβροχ
     κλητική ! κατάβροχοι κατάβροχ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ καταβρόχω τὼ καταβρόχω
      γεν-δοτ τοῖν καταβρόχοιν τοῖν καταβρόχοιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατάβροχος < κατά- + βρέχω

Επίθετο[επεξεργασία]

κατάβροχος, -ος, -ον

Πηγές[επεξεργασία]