κατάκαμπα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Επίρρημα
[επεξεργασία]κατάκαμπα
- (ιδιωματικό, παρωχημένο) στη μέση ενός κάμπου
Άλλες μορφές
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] κατάκαμπα
|