κατάκρισις

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: κατάκρισης

Αρχαία ελληνικά (grc)[επεξεργασία]

ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση)
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική κατάκρισῐς αἱ κατακρίσεις
      γενική τῆς κατακρίσεως τῶν κατακρίσεων
      δοτική τῇ κατακρίσει ταῖς κατακρίσεσῐ(ν)
    αιτιατική τὴν κατάκρισῐν τὰς κατακρίσεις
     κλητική ! κατάκρισῐ κατακρίσεις
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  κατακρίσει
γεν-δοτ τοῖν  κατακρισέοιν
3η κλίση, Κατηγορία 'δύναμις' όπως «δύναμις» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατάκρισις < αρχαία ελληνική κατακρίνω < κατά + κρίνω. Μορφολογικά, κατά- + κρίσις

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατάκρισις θηλυκό και στην καθαρεύουσα

  1. (ελληνιστική κοινή) καταδίκη
  2. (ελληνιστική κοινή) κρίση

Πηγές[επεξεργασία]