κατάνα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- κατάνα < (άμεσο δάνειο) ιαπωνική 刀 (かたな, katana, ξίφος, σπαθί).
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /kaˈta.na/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : κα‐τά‐να
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]κατάνα ουδέτερο άκλιτο
Δείτε επίσης
[επεξεργασία]-
κατάνα στη Βικιπαίδεια

Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- κατάνα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Δάνεια από τα ιαπωνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα ιαπωνικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά άκλιτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά ουδέτερα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)