κατάπλασμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κατάπλασμα καταπλάσματα
γενική καταπλάσματος καταπλασμάτων
αιτιατική κατάπλασμα καταπλάσματα
κλητική κατάπλασμα καταπλάσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κατάπλασμα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κατάπλασμα ουδέτερο

  • (ιατρική) τοπικό επίθεμα στην επιφάνεια του σώματος για θεραπευτικούς σκοπούς. Είναι πολτώδης μάζα από φυτικές ουσίες και νερό.
  • (μειωτικά) για φαγητό που έγινε πολύ πηχτό ή πολτώδες (νιανιά)

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]